Άρθρο του Νίκου Ι. Νικολόπουλου
Υπάρχουν στιγμές στην πολιτική ζωή ενός τόπου όπου οι εξελίξεις δεν αποτυπώνονται απλώς σε δημοσκοπήσεις, κομματικές ανακοινώσεις ή κοινοβουλευτικές αντιπαραθέσεις. Υπάρχουν στιγμές που κάτι βαθύτερο αρχίζει να κινείται κάτω από την επιφάνεια της κοινωνίας. Σαν να μετακινούνται αργά αλλά βίαια οι τεκτονικές πλάκες ενός ολόκληρου πολιτικού και ιστορικού οικοδομήματος.
Αυτό ακριβώς συμβαίνει σήμερα στην Ελλάδα.
Η ομιλία της Μαρίας Καρυστιανού από τη Θεσσαλονίκη και ο πολιτικός πολυβολισμός του Αντώνη Σαμαρά από το βήμα της Βουλής δεν ήταν δύο ασύνδετα γεγονότα. Δεν ήταν δύο ειδήσεις της επικαιρότητας που θα σβήσουν μέσα στον θόρυβο της επόμενης ημέρας. Ήταν δύο σημεία καμπής. Δύο διαφορετικές φωνές, από δύο εντελώς διαφορετικές αφετηρίες, που συναντήθηκαν πάνω στο ίδιο ιστορικό έδαφος: την κρίση εμπιστοσύνης της ελληνικής κοινωνίας προς το σημερινό σύστημα εξουσίας.
Ο λόγος και των δύο υπήρξε σοβαρός, μεστός, χωρίς θεατρινισμούς. Ο ένας, ο Αντώνης Σαμαράς, μίλησε με το βάρος ενός πρώην πρωθυπουργού, ενός ανθρώπου που γνωρίζει το κράτος, τα εθνικά μέτωπα, την παράταξη και τις ιστορικές ευθύνες. Η άλλη, η Μαρία Καρυστιανού, μίλησε με το βάρος μιας μάνας που μετέτρεψε τον αβάσταχτο προσωπικό πόνο σε δημόσια απαίτηση δικαιοσύνης. Ο ένας έθεσε το ζήτημα της εθνικής και θεσμικής αποσύνθεσης. Η άλλη έθεσε το ζήτημα της ηθικής επανεκκίνησης μιας κοινωνίας που δεν αντέχει άλλο να ζει χωρίς αλήθεια.
Και οι δύο, τελικά, έδωσαν φωνή στον Έλληνα που παλεύει καθημερινά μέσα στην Ελλάδα. Στον άνθρωπο που δεν βγάζει τον μήνα. Στον νέο που μεταναστεύει για να μεγαλώσει τα παιδιά του. Στον εργαζόμενο που ζει σε συνθήκες εξάντλησης και ανασφάλειας. Στον νέο που βλέπει μπροστά του όχι προοπτική αλλά αδιέξοδο. Στην οικογένεια που αισθάνεται εγκαταλελειμμένη. Στον πολίτη που δεν ζητά θαύματα, αλλά κράτος, ευθύνη, δικαιοσύνη και αξιοπρέπεια.
Η βαθύτερη παρέμβαση του σημερινού πολιτικού συστήματος είναι ότι έχει εξοικειωθεί να πιστεύει πως η κοινωνία αντέχει τα πάντα. Ότι καταλαβαίνει ότι η κοινωνία έχει περάσει σε άλλο στάδιο. Δεν θυμώνει μόνο. Αποσύρει σιωπηλά την πίστη της από το ίδιο το κράτος. Και αυτό είναι ιστορικά πολύ πιο σοβαρό.
Οι κοινωνίες αντέχουν τη φτώχεια. Αντέχουν τις δυσκολίες. Αντέχουν ακόμη και τις ήττες. Εκείνο που δεν αντέχουν για πολύ είναι να αισθάνονται πως σε μια χώρα όπου οι θεσμοί λειτουργούν ως μηχανισμοί προστασίας και όχι προόδου. Όπου η Δικαιοσύνη αντιμετωπίζεται με καχυποψία. Όπου η ακρίβεια γίνεται μόνιμη συνθήκη. Όπου η νέα γενιά φεύγει. Όπου η περιφέρεια αδειάζει. Όπου η πολιτική μοιάζει περισσότερο με διαχείριση εικόνας παρά με εθνικό σχέδιο.
Γι’ αυτό και όποιος σήμερα κοιτάζει την ομιλία του Αντώνη Σαμαρά και την ομιλία της Μαρίας Καρυστιανού σαν δύο ασύνδετα γεγονότα, δεν καταλαβαίνει τη βαθύτερη κίνηση της εποχής.
Η Μαρία Καρυστιανού δεν είναι απλώς ένα νέο πολιτικό πρόσωπο. Είναι σύμπτωμα μιας βαθύτερης ιστορικής εξάντλησης. Είναι η μορφή μέσα από την οποία ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας αναγνωρίζει τον εαυτό του: πονεμένο, προδομένο, αλλά όχι παραιτημένο.
Η ίδια δεν εμφανίστηκε μέσα από κομματικούς σωλήνες. Δεν αναδείχθηκε από μηχανισμούς. Δεν τη δημιούργησαν επικοινωνιολόγοι. Τη δημιούργησε η ίδια η ζωή. Τη δημιούργησε η τραγωδία των Τεμπών. Τη δημιούργησε η οργή μιας μάνας. Τη δημιούργησε η σιωπή ενός κράτους που για πολύ καιρό δεν έδωσε πειστικές απαντήσεις. Η δημιουργία η συντριβή της ψυχής ενός λαού να ξαναβρεί λέξεις όπως αλήθεια, δικαιοσύνη, αξιοπρέπεια και ευθύνη.
Η πολιτική διαχείριση που επιχείρησε η κυβέρνηση απέναντι στο τραγικό δυστύχημα είναι βαθιά αποτυχημένη από το κλίμα κοινωνικής απονομιμοποίησης. Περισσότερο από κομματικό κέρδος, θυμίζει συλλογικό αδιέξοδο μιας κουρασμένης κοινωνίας που δεν ζητά άλλο ένα σύνθημα, αλλά μια διέξοδο. Δεν ζητά άλλη μια τεχνική διαχείριση της εξουσίας, αλλά επιστροφή σε βασικές αρχές: λαϊκή κυριαρχία, θεσμική αποκατάσταση, κοινωνική προστασία, παραγωγική ανασυγκρότηση, δημογραφική αφύπνιση, αξιοπρέπεια του ανθρώπου.
Το εντυπωσιακό δεν είναι ότι αυτές οι λέξεις ακούστηκαν. Το εντυπωσιακό είναι ότι ακούστηκαν σχεδόν ως κάτι εξωσυστημικό. Και εδώ βρίσκεται η τραγωδία της εποχής μας. Ότι όσα θα έπρεπε να αποτελούν το αυτονόητο λεξιλόγιο ενός κανονικού κράτους ακούγονται πλέον σαν ιδεολογική διεκδίκηση.
Η Μεταπολίτευση οικοδόμησε για δεκαετίες ένα κοινωνικό συμβόλαιο. Υποσχέθηκε ότι, παρά τις αδικίες, η χώρα θα κινείται προς τα εμπρός. Ότι τα παιδιά θα ζουν καλύτερα από τους γονείς. Ότι η δημοκρατία θα βαθαίνει. Ότι οι θεσμοί θα ωριμάζουν. Ότι η Ελλάδα, με δυσκολίες αλλά και με ελπίδα, θα προχωρά. Αυτό το συμβόλαιο σήμερα έχει ραγίσει. Και το πολιτικό σύστημα δείχνει να μην αντιλαμβάνεται, επειδή εξακολουθεί να διαβάζει την κοινωνία με όρους εκλογικής διαχείρισης.
Όμως μια κοινωνία μπορεί να αρκεστεί πάρα πολύ δύσκολα όταν αισθάνεται ότι δεν ακούγεται. Και η ελληνική κοινωνία εδώ και χρόνια συνειδητά πολύ περισσότερο απ’ όσο φαίνεται.
Από την άλλη πλευρά, η παρέμβαση του Αντώνη Σαμαρά στη Βουλή είχε ιδιαίτερο βάρος όχι μόνο για όσα είπε, αλλά για το πότε, πού και απέναντι σε ποιους τα είπε. Ένας πρώην πρωθυπουργός της Νέας Δημοκρατίας, από το βήμα της Βουλής, ξετύλιξε μια σειρά από σκληρές επισημάνσεις που έχουν ακουστεί τα τελευταία χρόνια κατά του Κυριάκου Μητσοτάκη. Και δεν το έκανε για δευτερεύοντα ζητήματα. Το έκανε για τα εθνικά θέματα, την εξωτερική πολιτική, τις υποκλοπές, τη θεσμική λειτουργία και τη φυσιογνωμία της ίδιας της παράταξης.
Όταν ο Αντώνης Σαμαράς είπε ότι η χώρα «δεν πάει καλά» δεν περιέγραφε απλώς ένα κομματικό πρόβλημα. Περιέγραφε την κρίση εμπιστοσύνης απέναντι σε ένα πολιτικό σύστημα που έχει απομακρυνθεί από την κοινωνία.
Η Ελλάδα δεν βιώνει απλώς κρίση διαχείρισης. Βιώνει κρίση προσανατολισμού. Η χώρα αναζητά ξανά νόημα, ασφάλεια, στρατηγική κατεύθυνση και συλλογικό σκοπό.
Αυτό είναι το κοινό νήμα των δύο παρεμβάσεων. Δεν πρόκειται για προσωπικές στρατηγικές ή μικροκομματικές στοχεύσεις. Πρόκειται για δύο διαφορετικές κραυγές αγωνίας που προέρχονται από διαφορετικούς δρόμους αλλά συγκλίνουν στο ίδιο συμπέρασμα: το σημερινό πολιτικό μοντέλο έχει εξαντλήσει τα όριά του.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται άλλη επικοινωνιακή διαχείριση. Χρειάζεται πολιτική αλήθεια. Χρειάζεται κράτος που να λειτουργεί. Δικαιοσύνη που να απονέμεται. Πολιτικούς που να αναλαμβάνουν ευθύνη. Και μια κοινωνία που να ξαναβρεί την αυτοπεποίθησή της.
Το ερώτημα που τίθεται πλέον δεν είναι αν υπάρχουν ρήγματα. Υπάρχουν. Το ερώτημα είναι αν το πολιτικό σύστημα θα συνεχίσει να τα αγνοεί μέχρι να καταρρεύσει κάτω από το βάρος τους ή αν θα βρεθεί η δύναμη μιας νέας εθνικής και κοινωνικής ανασυγκρότησης.
Η Ελλάδα δεν φοβάται την αλήθεια. Φοβάται μόνο την παρατεταμένη παρακμή.
Και αυτό είναι το μήνυμα που έστειλαν, με διαφορετικό τρόπο αλλά με κοινή ιστορική βαρύτητα, ο Αντώνης Σαμαράς και η Μαρία Καρυστιανού.
Νίκος Ι. Νικολόπουλος Πρόεδρος Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος Ελλάδος πρώην Υπουργός και πρώην Βουλευτής
www.bankingnews.gr
Αυτό ακριβώς συμβαίνει σήμερα στην Ελλάδα.
Η ομιλία της Μαρίας Καρυστιανού από τη Θεσσαλονίκη και ο πολιτικός πολυβολισμός του Αντώνη Σαμαρά από το βήμα της Βουλής δεν ήταν δύο ασύνδετα γεγονότα. Δεν ήταν δύο ειδήσεις της επικαιρότητας που θα σβήσουν μέσα στον θόρυβο της επόμενης ημέρας. Ήταν δύο σημεία καμπής. Δύο διαφορετικές φωνές, από δύο εντελώς διαφορετικές αφετηρίες, που συναντήθηκαν πάνω στο ίδιο ιστορικό έδαφος: την κρίση εμπιστοσύνης της ελληνικής κοινωνίας προς το σημερινό σύστημα εξουσίας.
Ο λόγος και των δύο υπήρξε σοβαρός, μεστός, χωρίς θεατρινισμούς. Ο ένας, ο Αντώνης Σαμαράς, μίλησε με το βάρος ενός πρώην πρωθυπουργού, ενός ανθρώπου που γνωρίζει το κράτος, τα εθνικά μέτωπα, την παράταξη και τις ιστορικές ευθύνες. Η άλλη, η Μαρία Καρυστιανού, μίλησε με το βάρος μιας μάνας που μετέτρεψε τον αβάσταχτο προσωπικό πόνο σε δημόσια απαίτηση δικαιοσύνης. Ο ένας έθεσε το ζήτημα της εθνικής και θεσμικής αποσύνθεσης. Η άλλη έθεσε το ζήτημα της ηθικής επανεκκίνησης μιας κοινωνίας που δεν αντέχει άλλο να ζει χωρίς αλήθεια.
Και οι δύο, τελικά, έδωσαν φωνή στον Έλληνα που παλεύει καθημερινά μέσα στην Ελλάδα. Στον άνθρωπο που δεν βγάζει τον μήνα. Στον νέο που μεταναστεύει για να μεγαλώσει τα παιδιά του. Στον εργαζόμενο που ζει σε συνθήκες εξάντλησης και ανασφάλειας. Στον νέο που βλέπει μπροστά του όχι προοπτική αλλά αδιέξοδο. Στην οικογένεια που αισθάνεται εγκαταλελειμμένη. Στον πολίτη που δεν ζητά θαύματα, αλλά κράτος, ευθύνη, δικαιοσύνη και αξιοπρέπεια.
Η βαθύτερη παρέμβαση του σημερινού πολιτικού συστήματος είναι ότι έχει εξοικειωθεί να πιστεύει πως η κοινωνία αντέχει τα πάντα. Ότι καταλαβαίνει ότι η κοινωνία έχει περάσει σε άλλο στάδιο. Δεν θυμώνει μόνο. Αποσύρει σιωπηλά την πίστη της από το ίδιο το κράτος. Και αυτό είναι ιστορικά πολύ πιο σοβαρό.
Οι κοινωνίες αντέχουν τη φτώχεια. Αντέχουν τις δυσκολίες. Αντέχουν ακόμη και τις ήττες. Εκείνο που δεν αντέχουν για πολύ είναι να αισθάνονται πως σε μια χώρα όπου οι θεσμοί λειτουργούν ως μηχανισμοί προστασίας και όχι προόδου. Όπου η Δικαιοσύνη αντιμετωπίζεται με καχυποψία. Όπου η ακρίβεια γίνεται μόνιμη συνθήκη. Όπου η νέα γενιά φεύγει. Όπου η περιφέρεια αδειάζει. Όπου η πολιτική μοιάζει περισσότερο με διαχείριση εικόνας παρά με εθνικό σχέδιο.
Γι’ αυτό και όποιος σήμερα κοιτάζει την ομιλία του Αντώνη Σαμαρά και την ομιλία της Μαρίας Καρυστιανού σαν δύο ασύνδετα γεγονότα, δεν καταλαβαίνει τη βαθύτερη κίνηση της εποχής.
Η Μαρία Καρυστιανού δεν είναι απλώς ένα νέο πολιτικό πρόσωπο. Είναι σύμπτωμα μιας βαθύτερης ιστορικής εξάντλησης. Είναι η μορφή μέσα από την οποία ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας αναγνωρίζει τον εαυτό του: πονεμένο, προδομένο, αλλά όχι παραιτημένο.
Η ίδια δεν εμφανίστηκε μέσα από κομματικούς σωλήνες. Δεν αναδείχθηκε από μηχανισμούς. Δεν τη δημιούργησαν επικοινωνιολόγοι. Τη δημιούργησε η ίδια η ζωή. Τη δημιούργησε η τραγωδία των Τεμπών. Τη δημιούργησε η οργή μιας μάνας. Τη δημιούργησε η σιωπή ενός κράτους που για πολύ καιρό δεν έδωσε πειστικές απαντήσεις. Η δημιουργία η συντριβή της ψυχής ενός λαού να ξαναβρεί λέξεις όπως αλήθεια, δικαιοσύνη, αξιοπρέπεια και ευθύνη.
Η πολιτική διαχείριση που επιχείρησε η κυβέρνηση απέναντι στο τραγικό δυστύχημα είναι βαθιά αποτυχημένη από το κλίμα κοινωνικής απονομιμοποίησης. Περισσότερο από κομματικό κέρδος, θυμίζει συλλογικό αδιέξοδο μιας κουρασμένης κοινωνίας που δεν ζητά άλλο ένα σύνθημα, αλλά μια διέξοδο. Δεν ζητά άλλη μια τεχνική διαχείριση της εξουσίας, αλλά επιστροφή σε βασικές αρχές: λαϊκή κυριαρχία, θεσμική αποκατάσταση, κοινωνική προστασία, παραγωγική ανασυγκρότηση, δημογραφική αφύπνιση, αξιοπρέπεια του ανθρώπου.
Το εντυπωσιακό δεν είναι ότι αυτές οι λέξεις ακούστηκαν. Το εντυπωσιακό είναι ότι ακούστηκαν σχεδόν ως κάτι εξωσυστημικό. Και εδώ βρίσκεται η τραγωδία της εποχής μας. Ότι όσα θα έπρεπε να αποτελούν το αυτονόητο λεξιλόγιο ενός κανονικού κράτους ακούγονται πλέον σαν ιδεολογική διεκδίκηση.
Η Μεταπολίτευση οικοδόμησε για δεκαετίες ένα κοινωνικό συμβόλαιο. Υποσχέθηκε ότι, παρά τις αδικίες, η χώρα θα κινείται προς τα εμπρός. Ότι τα παιδιά θα ζουν καλύτερα από τους γονείς. Ότι η δημοκρατία θα βαθαίνει. Ότι οι θεσμοί θα ωριμάζουν. Ότι η Ελλάδα, με δυσκολίες αλλά και με ελπίδα, θα προχωρά. Αυτό το συμβόλαιο σήμερα έχει ραγίσει. Και το πολιτικό σύστημα δείχνει να μην αντιλαμβάνεται, επειδή εξακολουθεί να διαβάζει την κοινωνία με όρους εκλογικής διαχείρισης.
Όμως μια κοινωνία μπορεί να αρκεστεί πάρα πολύ δύσκολα όταν αισθάνεται ότι δεν ακούγεται. Και η ελληνική κοινωνία εδώ και χρόνια συνειδητά πολύ περισσότερο απ’ όσο φαίνεται.
Από την άλλη πλευρά, η παρέμβαση του Αντώνη Σαμαρά στη Βουλή είχε ιδιαίτερο βάρος όχι μόνο για όσα είπε, αλλά για το πότε, πού και απέναντι σε ποιους τα είπε. Ένας πρώην πρωθυπουργός της Νέας Δημοκρατίας, από το βήμα της Βουλής, ξετύλιξε μια σειρά από σκληρές επισημάνσεις που έχουν ακουστεί τα τελευταία χρόνια κατά του Κυριάκου Μητσοτάκη. Και δεν το έκανε για δευτερεύοντα ζητήματα. Το έκανε για τα εθνικά θέματα, την εξωτερική πολιτική, τις υποκλοπές, τη θεσμική λειτουργία και τη φυσιογνωμία της ίδιας της παράταξης.
Όταν ο Αντώνης Σαμαράς είπε ότι η χώρα «δεν πάει καλά» δεν περιέγραφε απλώς ένα κομματικό πρόβλημα. Περιέγραφε την κρίση εμπιστοσύνης απέναντι σε ένα πολιτικό σύστημα που έχει απομακρυνθεί από την κοινωνία.
Η Ελλάδα δεν βιώνει απλώς κρίση διαχείρισης. Βιώνει κρίση προσανατολισμού. Η χώρα αναζητά ξανά νόημα, ασφάλεια, στρατηγική κατεύθυνση και συλλογικό σκοπό.
Αυτό είναι το κοινό νήμα των δύο παρεμβάσεων. Δεν πρόκειται για προσωπικές στρατηγικές ή μικροκομματικές στοχεύσεις. Πρόκειται για δύο διαφορετικές κραυγές αγωνίας που προέρχονται από διαφορετικούς δρόμους αλλά συγκλίνουν στο ίδιο συμπέρασμα: το σημερινό πολιτικό μοντέλο έχει εξαντλήσει τα όριά του.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται άλλη επικοινωνιακή διαχείριση. Χρειάζεται πολιτική αλήθεια. Χρειάζεται κράτος που να λειτουργεί. Δικαιοσύνη που να απονέμεται. Πολιτικούς που να αναλαμβάνουν ευθύνη. Και μια κοινωνία που να ξαναβρεί την αυτοπεποίθησή της.
Το ερώτημα που τίθεται πλέον δεν είναι αν υπάρχουν ρήγματα. Υπάρχουν. Το ερώτημα είναι αν το πολιτικό σύστημα θα συνεχίσει να τα αγνοεί μέχρι να καταρρεύσει κάτω από το βάρος τους ή αν θα βρεθεί η δύναμη μιας νέας εθνικής και κοινωνικής ανασυγκρότησης.
Η Ελλάδα δεν φοβάται την αλήθεια. Φοβάται μόνο την παρατεταμένη παρακμή.
Και αυτό είναι το μήνυμα που έστειλαν, με διαφορετικό τρόπο αλλά με κοινή ιστορική βαρύτητα, ο Αντώνης Σαμαράς και η Μαρία Καρυστιανού.
Νίκος Ι. Νικολόπουλος Πρόεδρος Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος Ελλάδος πρώην Υπουργός και πρώην Βουλευτής
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών